往なす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποκρούω, αποφεύγω, αποφεύγω με ελιγμό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 往なす
- Παρόν (ευγενικό)
- 往なします
- Άρνηση (απλή)
- 往なさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 往なしません
- Παρελθόν (απλό)
- 往なした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 往なしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 往なさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 往なしませんでした
- Τε-μορφή
- 往なして
- Δυνητική
- 往なせる
- Προστακτική
- 往なせ
- Βουλητική
- 往なそう
- Υποθετική (ば)
- 往なせば
- Υποθετική (たら)
- 往なしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 往なしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 往なすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 往なしなさい
- Παθητική
- 往なされる
- Αιτιατική
- 往なさせる