ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φεύγω, πηγαίνω σπίτι
  2. 02 αρχαϊκό πηγαίνω, αναχωρώ
  3. 03 αρχαϊκό περνώ (για τον χρόνο)
  4. 04 αρχαϊκό πεθαίνω
  5. 05 αρχαϊκό χαλάω, σαπίζω, αλλοιώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
往ぬ
Παρόν (ευγενικό)
往にます
Άρνηση (απλή)
往なない
Άρνηση (ευγενική)
往にません
Παρελθόν (απλό)
往んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
往にました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
往ななかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
往にませんでした
Τε-μορφή
往んで
Δυνητική
往ねる
Προστακτική
往ね
Βουλητική
往のう
Υποθετική (ば)
往ねば