往おう来らい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έλευση και αναχώρηση, κίνηση
  2. 02 δρόμος, οδός
  3. 03 συναναστροφή, κοινωνικές επαφές, συναναστροφή, αλληλεπίδραση
  4. 04 επαναλαμβανόμενος (π.χ. σκέψεις)
  5. 05 αλληλογραφία

Παραδείγματα

  • 人ひとの往来おうらいが多おおいです。

    Έχει πολύ κόσμο να πηγαινοέρχεται.

  • 昔むかしは、この道みちは馬車ばしゃの往来おうらいで賑わっていました。

    Παλιά, αυτός ο δρόμος ήταν γεμάτος ζωή από τις άμαξες που πηγαινοέρχονταν.

  • 彼かれとは長年ながねんの知しり合あいですが、最近さいきんはめっきり往来おうらいがなくなってしまいました。

    Είναι παλιός μου γνώριμος, αλλά τον τελευταίο καιρό έχουμε χάσει εντελώς τις επαφές μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
往来する
Παρόν (ευγενικό)
往来します
Άρνηση (απλή)
往来しない
Άρνηση (ευγενική)
往来しません
Παρελθόν (απλό)
往来した
Παρελθόν (ευγενικό)
往来しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
往来しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
往来しませんでした
Τε-μορφή
往来して
Δυνητική
往来できる
Προστακτική
往来しろ
Βουλητική
往来しよう
Υποθετική (ば)
往来すれば