おうほう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγαίνω για επίσκεψη, επισκέπτομαι κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
往訪する
Παρόν (ευγενικό)
往訪します
Άρνηση (απλή)
往訪しない
Άρνηση (ευγενική)
往訪しません
Παρελθόν (απλό)
往訪した
Παρελθόν (ευγενικό)
往訪しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
往訪しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
往訪しませんでした
Τε-μορφή
往訪して
Δυνητική
往訪できる
Προστακτική
往訪しろ
Βουλητική
往訪しよう
Υποθετική (ば)
往訪すれば