せいする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατακτώ, υποτάσσω, υπερνικώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
征する
Παρόν (ευγενικό)
征します
Άρνηση (απλή)
征しない
Άρνηση (ευγενική)
征しません
Παρελθόν (απλό)
征した
Παρελθόν (ευγενικό)
征しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
征しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
征しませんでした
Τε-μορφή
征して
Δυνητική
征できる
Προστακτική
征しろ
Βουλητική
征しよう
Υποθετική (ば)
征すれば