まちあい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνάντηση, ραντεβού
  2. 02 χώρος όπου συγκεντρώνονται οι καλεσμένοι πριν από την έναρξη μιας τελετής τσαγιού
  3. 03 συντομογραφία αίθουσα αναμονής
  4. 04 αρχαϊκό συντομογραφία χώρος συνάντησης για ραντεβού, ποτό κ.λπ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
待合する
Παρόν (ευγενικό)
待合します
Άρνηση (απλή)
待合しない
Άρνηση (ευγενική)
待合しません
Παρελθόν (απλό)
待合した
Παρελθόν (ευγενικό)
待合しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
待合しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
待合しませんでした
Τε-μορφή
待合して
Δυνητική
待合できる
Προστακτική
待合しろ
Βουλητική
待合しよう
Υποθετική (ば)
待合すれば