律りち儀ぎ

επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακέραιος, έντιμος, πιστός, ευσυνείδητος, ειλικρινής

Παραδείγματα

  • 彼かれはとても律儀りちぎな人ひとです。

    Είναι πολύ ευσυνείδητος άνθρωπος.

  • 約束やくそくを律儀りちぎに守まもる姿勢しせいは、信頼しんらいに繋つながります。

    Η στάση του να τηρεί πιστά τις υποσχέσεις του οδηγεί στην εμπιστοσύνη.

  • 彼女かのじょの律儀りちぎな性格せいかくは、どんな困難こんなんな状況じょうきょうでも自分じぶんの職務しょくむを全まっとうする上うえで大おおきな強つよみとなっています。

    Ο ευσυνείδητος χαρακτήρας της αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για να εκτελεί τα καθήκοντά της ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις.