あとになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθυστερώ, μένω πίσω, υστερώ, περνώ (για τον χρόνο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
後になる
Παρόν (ευγενικό)
後になります
Άρνηση (απλή)
後にならない
Άρνηση (ευγενική)
後になりません
Παρελθόν (απλό)
後になった
Παρελθόν (ευγενικό)
後になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後になりませんでした
Τε-μορφή
後になって
Δυνητική
後になれる
Προστακτική
後になれ
Βουλητική
後になろう
Υποθετική (ば)
後になれば