うしゆび

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σπάνιο κακολογώ κάποιον πίσω από την πλάτη του, κουτσομπολεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
後ろ指を指す
Παρόν (ευγενικό)
後ろ指を指します
Άρνηση (απλή)
後ろ指を指さない
Άρνηση (ευγενική)
後ろ指を指しません
Παρελθόν (απλό)
後ろ指を指した
Παρελθόν (ευγενικό)
後ろ指を指しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後ろ指を指さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後ろ指を指しませんでした
Τε-μορφή
後ろ指を指して
Δυνητική
後ろ指を指せる
Προστακτική
後ろ指を指せ
Βουλητική
後ろ指を指そう
Υποθετική (ば)
後ろ指を指せば