後を継ぐ
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαδέχομαι κάποιον, αναλαμβάνω τη θέση κάποιου, συνεχίζω το έργο κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 後を継ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 後を継ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 後を継がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 後を継ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 後を継いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 後を継ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 後を継がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 後を継ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 後を継いで
- Δυνητική
- 後を継げる
- Προστακτική
- 後を継げ
- Βουλητική
- 後を継ごう
- Υποθετική (ば)
- 後を継げば
- Υποθετική (たら)
- 後を継いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 後を継ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 後を継ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 後を継ぎなさい
- Παθητική
- 後を継がれる
- Αιτιατική
- 後を継がせる