あと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ την πίσω πόρτα ως είσοδο (σε λεωφορείο ενός ατόμου), επιβιβάζομαι από την πίσω πόρτα σε λεωφορείο ενός ατόμου
  2. 02 ιππεύω στο πίσω μέρος (μετά από παρέλαση, πομπή κ.λπ.), κλείνω την πομπή
  3. 03 ειδικά ως 後ノリ παίζω ελαφρώς καθυστερημένα σε σχέση με τον ρυθμό
  4. 04 εισέρχομαι τελευταίος σε κάστρο (ως οπισθοφυλακή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
後乗りする
Παρόν (ευγενικό)
後乗りします
Άρνηση (απλή)
後乗りしない
Άρνηση (ευγενική)
後乗りしません
Παρελθόν (απλό)
後乗りした
Παρελθόν (ευγενικό)
後乗りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後乗りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後乗りしませんでした
Τε-μορφή
後乗りして
Δυνητική
後乗りできる
Προστακτική
後乗りしろ
Βουλητική
後乗りしよう
Υποθετική (ば)
後乗りすれば