後付け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παράρτημα, υστερόγραφο, επίμετρο
- 02 μετασκευή, εκ των υστέρων εγκατάσταση, ειδική εγκατάσταση
- 03 εκ των υστέρων αιτιολόγηση, δικαιολογία μετά το γεγονός
- 04 ατοζούκε (χέρι τενπάι χωρίς εγγυημένο γιάκου, που μπορεί όμως να αποκτήσει γιάκου με την απόκτηση ενός συγκεκριμένου νικητήριου πλακιδίου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 後付けする
- Παρόν (ευγενικό)
- 後付けします
- Άρνηση (απλή)
- 後付けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 後付けしません
- Παρελθόν (απλό)
- 後付けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 後付けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 後付けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 後付けしませんでした
- Τε-μορφή
- 後付けして
- Δυνητική
- 後付けできる
- Προστακτική
- 後付けしろ
- Βουλητική
- 後付けしよう
- Υποθετική (ば)
- 後付けすれば
- Υποθετική (たら)
- 後付けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 後付けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 後付けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 後付けしなさい
- Παθητική
- 後付けされる
- Αιτιατική
- 後付けさせる