あと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 η αναμονή για την κίνηση του αντιπάλου πριν την ανάληψη δράσης (π.χ. ως απαγορευμένη πράξη στο πέτρα, ψαλίδι, χαρτί)
  2. 02 η μεταγενέστερη αναφορά σε κάτι, η αποκάλυψη πληροφοριών εκ των υστέρων, η καθυστέρηση στην αποκάλυψη μέχρι την τελευταία στιγμή

Κλίση

Παρόν (απλό)
後出しする
Παρόν (ευγενικό)
後出しします
Άρνηση (απλή)
後出ししない
Άρνηση (ευγενική)
後出ししません
Παρελθόν (απλό)
後出しした
Παρελθόν (ευγενικό)
後出ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後出ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後出ししませんでした
Τε-μορφή
後出しして
Δυνητική
後出しできる
Προστακτική
後出ししろ
Βουλητική
後出ししよう
Υποθετική (ば)
後出しすれば