こうじんはいする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός μένω πίσω, υστερώ, ξεπερνιέμαι από κάποιον
  2. 02 ιδιωματισμός υποτάσσομαι σε κάποιον, παίζω δευτερεύοντα ρόλο, έρχομαι σε δεύτερη μοίρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
後塵を拝する
Παρόν (ευγενικό)
後塵を拝します
Άρνηση (απλή)
後塵を拝しない
Άρνηση (ευγενική)
後塵を拝しません
Παρελθόν (απλό)
後塵を拝した
Παρελθόν (ευγενικό)
後塵を拝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後塵を拝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後塵を拝しませんでした
Τε-μορφή
後塵を拝して
Δυνητική
後塵を拝できる
Προστακτική
後塵を拝しろ
Βουλητική
後塵を拝しよう
Υποθετική (ば)
後塵を拝すれば