あとまつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διευθέτηση ζητήματος, τακτοποίηση υποθέσεων, διαχείριση συνεπειών
  2. 02 καθάρισμα μετά το πέρας εργασιών, συγύρισμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
後始末する
Παρόν (ευγενικό)
後始末します
Άρνηση (απλή)
後始末しない
Άρνηση (ευγενική)
後始末しません
Παρελθόν (απλό)
後始末した
Παρελθόν (ευγενικό)
後始末しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後始末しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後始末しませんでした
Τε-μορφή
後始末して
Δυνητική
後始末できる
Προστακτική
後始末しろ
Βουλητική
後始末しよう
Υποθετική (ば)
後始末すれば