あともど

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οπισθοχώρηση, επιστροφή, αναστροφή πορείας
  2. 02 παλινδρόμηση, οπισθοδρόμηση, υποτροπή, επιστροφή σε κακή κατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
後戻りする
Παρόν (ευγενικό)
後戻りします
Άρνηση (απλή)
後戻りしない
Άρνηση (ευγενική)
後戻りしません
Παρελθόν (απλό)
後戻りした
Παρελθόν (ευγενικό)
後戻りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後戻りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後戻りしませんでした
Τε-μορφή
後戻りして
Δυνητική
後戻りできる
Προστακτική
後戻りしろ
Βουλητική
後戻りしよう
Υποθετική (ば)
後戻りすれば