こうけい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταγενέστερα αναφερόμενος, παρακάτω αναγραφόμενος, που έπεται

Κλίση

Παρόν (απλό)
後掲する
Παρόν (ευγενικό)
後掲します
Άρνηση (απλή)
後掲しない
Άρνηση (ευγενική)
後掲しません
Παρελθόν (απλό)
後掲した
Παρελθόν (ευγενικό)
後掲しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後掲しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後掲しませんでした
Τε-μορφή
後掲して
Δυνητική
後掲できる
Προστακτική
後掲しろ
Βουλητική
後掲しよう
Υποθετική (ば)
後掲すれば