あとかた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τακτοποίηση, συγύρισμα, καθάρισμα, απομάκρυνση αντικειμένων, οργάνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
後片付けする
Παρόν (ευγενικό)
後片付けします
Άρνηση (απλή)
後片付けしない
Άρνηση (ευγενική)
後片付けしません
Παρελθόν (απλό)
後片付けした
Παρελθόν (ευγενικό)
後片付けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後片付けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後片付けしませんでした
Τε-μορφή
後片付けして
Δυνητική
後片付けできる
Προστακτική
後片付けしろ
Βουλητική
後片付けしよう
Υποθετική (ば)
後片付けすれば