あと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταδίωξη, ακολουθία
  2. 02 μίμηση, αντιγραφή, υιοθέτηση του παραδείγματος κάποιου
  3. 03 προσκόλληση (σε βρέφη, νήπια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
後追いする
Παρόν (ευγενικό)
後追いします
Άρνηση (απλή)
後追いしない
Άρνηση (ευγενική)
後追いしません
Παρελθόν (απλό)
後追いした
Παρελθόν (ευγενικό)
後追いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後追いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後追いしませんでした
Τε-μορφή
後追いして
Δυνητική
後追いできる
Προστακτική
後追いしろ
Βουλητική
後追いしよう
Υποθετική (ば)
後追いすれば