こうしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νεότερος, νεότερη γενιά, επόμενη γενιά
  2. 02 οπισθοχώρηση, οπισθοπορεία, αναστροφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
後進する
Παρόν (ευγενικό)
後進します
Άρνηση (απλή)
後進しない
Άρνηση (ευγενική)
後進しません
Παρελθόν (απλό)
後進した
Παρελθόν (ευγενικό)
後進しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
後進しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
後進しませんでした
Τε-μορφή
後進して
Δυνητική
後進できる
Προστακτική
後進しろ
Βουλητική
後進しよう
Υποθετική (ば)
後進すれば