徐行運転
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 οδήγηση με μειωμένη ταχύτητα, κίνηση με χαμηλή ταχύτητα (π.χ. τρένου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 徐行運転する
- Παρόν (ευγενικό)
- 徐行運転します
- Άρνηση (απλή)
- 徐行運転しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 徐行運転しません
- Παρελθόν (απλό)
- 徐行運転した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 徐行運転しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 徐行運転しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 徐行運転しませんでした
- Τε-μορφή
- 徐行運転して
- Δυνητική
- 徐行運転できる
- Προστακτική
- 徐行運転しろ
- Βουλητική
- 徐行運転しよう
- Υποθετική (ば)
- 徐行運転すれば
- Υποθετική (たら)
- 徐行運転したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 徐行運転したい
- Απαγορευτική (~な)
- 徐行運転するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 徐行運転しなさい
- Παθητική
- 徐行運転される
- Αιτιατική
- 徐行運転させる