とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνωμότες, φατρία, κλίκα, συμμορία

Κλίση

Παρόν (απλό)
徒党する
Παρόν (ευγενικό)
徒党します
Άρνηση (απλή)
徒党しない
Άρνηση (ευγενική)
徒党しません
Παρελθόν (απλό)
徒党した
Παρελθόν (ευγενικό)
徒党しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徒党しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徒党しませんでした
Τε-μορφή
徒党して
Δυνητική
徒党できる
Προστακτική
徒党しろ
Βουλητική
徒党しよう
Υποθετική (ば)
徒党すれば