ろうわる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταλήγω σε μάταιο κόπο, πηγαίνω χαμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
徒労に終わる
Παρόν (ευγενικό)
徒労に終わります
Άρνηση (απλή)
徒労に終わらない
Άρνηση (ευγενική)
徒労に終わりません
Παρελθόν (απλό)
徒労に終わった
Παρελθόν (ευγενικό)
徒労に終わりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徒労に終わらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徒労に終わりませんでした
Τε-μορφή
徒労に終わって
Δυνητική
徒労に終われる
Προστακτική
徒労に終われ
Βουλητική
徒労に終わろう
Υποθετική (ば)
徒労に終われば