しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασχίζω πεζή (υδάτινο κώλυμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
徒渉する
Παρόν (ευγενικό)
徒渉します
Άρνηση (απλή)
徒渉しない
Άρνηση (ευγενική)
徒渉しません
Παρελθόν (απλό)
徒渉した
Παρελθόν (ευγενικό)
徒渉しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徒渉しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徒渉しませんでした
Τε-μορφή
徒渉して
Δυνητική
徒渉できる
Προστακτική
徒渉しろ
Βουλητική
徒渉しよう
Υποθετική (ば)
徒渉すれば