従したがう

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπακούω (σε εντολή, νόμο κ.λπ.), τηρώ (κανόνα, έθιμο κ.λπ.), ακολουθώ, συμμορφώνομαι, ενδίδω
  2. 02 ακολουθώ (ένα άτομο), συνοδεύω, πηγαίνω μαζί με
  3. 03 πηγαίνω παράλληλα (π.χ. με ένα ποτάμι), ακολουθώ (π.χ. μια πινακίδα)
  4. 04 υπηρετώ (ως), ασχολούμαι (με εργασία)

Παραδείγματα

  • 規則きそくに従したがいます。

    Ακολουθώ τους κανόνες.

  • 先生せんせいの指示しじに従したがって、課題かだいを完成かんせいさせました。

    Ακολούθησα τις οδηγίες του δασκάλου και ολοκλήρωσα την εργασία.

  • 現代社会げんだいしゃかいにおいて、多様たような価値観かちかんが存在そんざいする中なかで、常つねに多数派たすうはの意見いけんに従したがうことが正ただしいとは限かぎりません。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές αξίες, δεν είναι απαραίτητα σωστό να ακολουθεί κανείς πάντα την άποψη της πλειοψηφίας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
従う
Παρόν (ευγενικό)
従います
Άρνηση (απλή)
従わない
Άρνηση (ευγενική)
従いません
Παρελθόν (απλό)
従った
Παρελθόν (ευγενικό)
従いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
従わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
従いませんでした
Τε-μορφή
従って
Δυνητική
従える
Προστακτική
従え
Βουλητική
従おう
Υποθετική (ば)
従えば