従じゅう順じゅん

επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπάκουος, υποτακτικός, πειθήνιος, πράος, εύπλαστος

Παραδείγματα

  • 彼かれは従順じゅうじゅんです。

    Είναι υπάκουος.

  • 従順じゅうじゅんな犬いぬは、すぐに新しい芸を覚おぼえます。

    Ένας υπάκουος σκύλος μαθαίνει γρήγορα νέα κόλπα.

  • 幼おさない頃ころから従順じゅうじゅんだった彼女かのじょは、親おやの言いうことをいつも聞きいていました。

    Από μικρή ήταν υπάκουη και πάντα άκουγε τους γονείς της.