とく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειροτονία σε μοναχό, είσοδος στο ιερατείο

Κλίση

Παρόν (απλό)
得度する
Παρόν (ευγενικό)
得度します
Άρνηση (απλή)
得度しない
Άρνηση (ευγενική)
得度しません
Παρελθόν (απλό)
得度した
Παρελθόν (ευγενικό)
得度しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
得度しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
得度しませんでした
Τε-μορφή
得度して
Δυνητική
得度できる
Προστακτική
得度しろ
Βουλητική
得度しよう
Υποθετική (ば)
得度すれば