とくしんがいく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατανοώ πλήρως και συμφωνώ, πείθομαι, μένω απόλυτα ικανοποιημένος (με μια εξήγηση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
得心がいく
Παρόν (ευγενικό)
得心がいきます
Άρνηση (απλή)
得心がいかない
Άρνηση (ευγενική)
得心がいきません
Παρελθόν (απλό)
得心がいった
Παρελθόν (ευγενικό)
得心がいきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
得心がいかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
得心がいきませんでした
Τε-μορφή
得心がいって
Δυνητική
得心がいける
Προστακτική
得心がいけ
Βουλητική
得心がいこう
Υποθετική (ば)
得心がいけば