げる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υψώνω τα πανιά μου όταν ο άνεμος είναι ευνοϊκός, εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία για να λάμψω

Κλίση

Παρόν (απλό)
得手に帆を揚げる
Παρόν (ευγενικό)
得手に帆を揚げます
Άρνηση (απλή)
得手に帆を揚げない
Άρνηση (ευγενική)
得手に帆を揚げません
Παρελθόν (απλό)
得手に帆を揚げた
Παρελθόν (ευγενικό)
得手に帆を揚げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
得手に帆を揚げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
得手に帆を揚げませんでした
Τε-μορφή
得手に帆を揚げて
Δυνητική
得手に帆を揚げられる
Προστακτική
得手に帆を揚げろ
Βουλητική
得手に帆を揚げよう
Υποθετική (ば)
得手に帆を揚げれば