ぎょ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οδηγώ (π.χ. άλογο, άμαξα)
  2. 02 ελέγχω, διαχειρίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
御す
Παρόν (ευγενικό)
御します
Άρνηση (απλή)
御さない
Άρνηση (ευγενική)
御しません
Παρελθόν (απλό)
御した
Παρελθόν (ευγενικό)
御しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
御さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
御しませんでした
Τε-μορφή
御して
Δυνητική
御せる
Προστακτική
御せ
Βουλητική
御そう
Υποθετική (ば)
御せば