めんこうむ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαμβάνω άδεια
  2. 02 αποχωρώ (με την άδεια κάποιου), αποσύρομαι
  3. 03 αρνούμαι, ζητώ να εξαιρεθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
御免被る
Παρόν (ευγενικό)
御免被ります
Άρνηση (απλή)
御免被らない
Άρνηση (ευγενική)
御免被りません
Παρελθόν (απλό)
御免被った
Παρελθόν (ευγενικό)
御免被りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
御免被らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
御免被りませんでした
Τε-μορφή
御免被って
Δυνητική
御免被れる
Προστακτική
御免被れ
Βουλητική
御免被ろう
Υποθετική (ば)
御免被れば