御目文字
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσωπική συνάντηση (χρησιμοποιείται κυρίως από γυναίκες)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 御目文字する
- Παρόν (ευγενικό)
- 御目文字します
- Άρνηση (απλή)
- 御目文字しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 御目文字しません
- Παρελθόν (απλό)
- 御目文字した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 御目文字しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 御目文字しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 御目文字しませんでした
- Τε-μορφή
- 御目文字して
- Δυνητική
- 御目文字できる
- Προστακτική
- 御目文字しろ
- Βουλητική
- 御目文字しよう
- Υποθετική (ば)
- 御目文字すれば
- Υποθετική (たら)
- 御目文字したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 御目文字したい
- Απαγορευτική (~な)
- 御目文字するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 御目文字しなさい
- Παθητική
- 御目文字される
- Αιτιατική
- 御目文字させる