輿こしかつ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρασύρω κάποιον να κάνει κάτι, χειραγωγώ κάποιον ώστε να ενεργήσει σύμφωνα με τα θέλω μου
  2. 02 μεταφέρω φορητό ιερό ναό μικόσι

Κλίση

Παρόν (απλό)
御輿を担ぐ
Παρόν (ευγενικό)
御輿を担ぎます
Άρνηση (απλή)
御輿を担がない
Άρνηση (ευγενική)
御輿を担ぎません
Παρελθόν (απλό)
御輿を担いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
御輿を担ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
御輿を担がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
御輿を担ぎませんでした
Τε-μορφή
御輿を担いで
Δυνητική
御輿を担げる
Προστακτική
御輿を担げ
Βουλητική
御輿を担ごう
Υποθετική (ば)
御輿を担げば