ひげちりはら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κολακεύω έναν ανώτερο, γλείφω, προσπαθώ να κερδίσω την εύνοια κάποιου, ξεσκονίζω τη σκόνη από το γένι κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
御髭の塵を払う
Παρόν (ευγενικό)
御髭の塵を払います
Άρνηση (απλή)
御髭の塵を払わない
Άρνηση (ευγενική)
御髭の塵を払いません
Παρελθόν (απλό)
御髭の塵を払った
Παρελθόν (ευγενικό)
御髭の塵を払いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
御髭の塵を払わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
御髭の塵を払いませんでした
Τε-μορφή
御髭の塵を払って
Δυνητική
御髭の塵を払える
Προστακτική
御髭の塵を払え
Βουλητική
御髭の塵を払おう
Υποθετική (ば)
御髭の塵を払えば