復ふっ旧きゅう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκατάσταση, επανόρθωση, ανάκαμψη

Παραδείγματα

  • 電気でんきが復旧ふっきゅうしました。

    Το ρεύμα ξαναήρθε.

  • 被災地ひさいちのインフラ復旧ふっきゅうには時間じかんがかかります。

    Η αποκατάσταση των υποδομών στις πληγείσες περιοχές θα πάρει χρόνο.

  • 一日いちにちも早はやい生活せいかつインフラの復旧ふっきゅうが、被災ひさいされた方々かたがたの平穏へいおんな日常にちじょうを取とり戻もどす上うえで不可欠ふかけつです。

    Η ταχύτερη δυνατή αποκατάσταση των ζωτικών υποδομών είναι απαραίτητη για να ξαναβρούν οι πληγέντες την ηρεμία της καθημερινότητάς τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
復旧する
Παρόν (ευγενικό)
復旧します
Άρνηση (απλή)
復旧しない
Άρνηση (ευγενική)
復旧しません
Παρελθόν (απλό)
復旧した
Παρελθόν (ευγενικό)
復旧しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
復旧しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
復旧しませんでした
Τε-μορφή
復旧して
Δυνητική
復旧できる
Προστακτική
復旧しろ
Βουλητική
復旧しよう
Υποθετική (ば)
復旧すれば