ふくせき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επανεγγραφή στο αρχικό οικογενειακό μητρώο, αποκατάσταση στο αρχικό οικογενειακό μητρώο
  2. 02 επανεγγραφή (σε σχολείο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
復籍する
Παρόν (ευγενικό)
復籍します
Άρνηση (απλή)
復籍しない
Άρνηση (ευγενική)
復籍しません
Παρελθόν (απλό)
復籍した
Παρελθόν (ευγενικό)
復籍しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
復籍しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
復籍しませんでした
Τε-μορφή
復籍して
Δυνητική
復籍できる
Προστακτική
復籍しろ
Βουλητική
復籍しよう
Υποθετική (ば)
復籍すれば