じゅんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιπολώ
  2. 02 ενεργώ σύμφωνα με τις διαταγές μου
  3. 03 ευθεία κίνηση, ορθόδρομη κίνηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
循行する
Παρόν (ευγενικό)
循行します
Άρνηση (απλή)
循行しない
Άρνηση (ευγενική)
循行しません
Παρελθόν (απλό)
循行した
Παρελθόν (ευγενικό)
循行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
循行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
循行しませんでした
Τε-μορφή
循行して
Δυνητική
循行できる
Προστακτική
循行しろ
Βουλητική
循行しよう
Υποθετική (ば)
循行すれば