どうだにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουνιέμαι, μετακινούμαι έστω και λίγο, δεν κουνιέμαι ούτε εκατοστό

Κλίση

Παρόν (απλό)
微動だにする
Παρόν (ευγενικό)
微動だにします
Άρνηση (απλή)
微動だにしない
Άρνηση (ευγενική)
微動だにしません
Παρελθόν (απλό)
微動だにした
Παρελθόν (ευγενικό)
微動だにしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
微動だにしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
微動だにしませんでした
Τε-μορφή
微動だにして
Δυνητική
微動だにできる
Προστακτική
微動だにしろ
Βουλητική
微動だにしよう
Υποθετική (ば)
微動だにすれば