みょ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό διακριτικός, λεπτός, ανεπαίσθητος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό δύσκολος, περίπλοκος, ακανθώδης, λεπτός (κατάσταση, θέση κ.λπ.), οριακός (π.χ. απόφαση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
微妙い
Παρόν (ευγενικό)
微妙いです
Άρνηση (απλή)
微妙くない
Άρνηση (ευγενική)
微妙くないです
Παρελθόν (απλό)
微妙かった
Παρελθόν (ευγενικό)
微妙かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
微妙くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
微妙くなかったです
Τε-μορφή
微妙くて
Υποθετική (ば)
微妙ければ