とくたか

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενάρετος, αξιοσέβαστος

Κλίση

Παρόν (απλό)
徳の高い
Παρόν (ευγενικό)
徳の高いです
Άρνηση (απλή)
徳の高くない
Άρνηση (ευγενική)
徳の高くないです
Παρελθόν (απλό)
徳の高かった
Παρελθόν (ευγενικό)
徳の高かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徳の高くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徳の高くなかったです
Τε-μορφή
徳の高くて
Υποθετική (ば)
徳の高ければ