とく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πράττω καλά έργα, συσσωρεύω αξία, χτίζω αρετή
  2. 02 καθομιλουμένη πράττω καλά έργα με την ελπίδα της βελτίωσης της τύχης κάποιου (π.χ. σε γκάτσα ή λαχείο), συσσωρεύω καλό κάρμα για καλύτερη τύχη

Κλίση

Παρόν (απλό)
徳を積む
Παρόν (ευγενικό)
徳を積みます
Άρνηση (απλή)
徳を積まない
Άρνηση (ευγενική)
徳を積みません
Παρελθόν (απλό)
徳を積んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
徳を積みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徳を積まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徳を積みませんでした
Τε-μορφή
徳を積んで
Δυνητική
徳を積める
Προστακτική
徳を積め
Βουλητική
徳を積もう
Υποθετική (ば)
徳を積めば