とくおこな

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασκώ την αρετή

Κλίση

Παρόν (απλό)
徳を行う
Παρόν (ευγενικό)
徳を行います
Άρνηση (απλή)
徳を行わない
Άρνηση (ευγενική)
徳を行いません
Παρελθόν (απλό)
徳を行った
Παρελθόν (ευγενικό)
徳を行いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徳を行わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徳を行いませんでした
Τε-μορφή
徳を行って
Δυνητική
徳を行える
Προστακτική
徳を行え
Βουλητική
徳を行おう
Υποθετική (ば)
徳を行えば