徳化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ηθική επιρροή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 徳化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 徳化します
- Άρνηση (απλή)
- 徳化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 徳化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 徳化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 徳化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 徳化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 徳化しませんでした
- Τε-μορφή
- 徳化して
- Δυνητική
- 徳化できる
- Προστακτική
- 徳化しろ
- Βουλητική
- 徳化しよう
- Υποθετική (ば)
- 徳化すれば
- Υποθετική (たら)
- 徳化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 徳化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 徳化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 徳化しなさい
- Παθητική
- 徳化される
- Αιτιατική
- 徳化させる