ちょうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλέγω
  2. 02 ζητώ, επιδιώκω
  3. 03 αναζητώ αποδείξεις, ελέγχω, συγκρίνω
  4. 04 καλώ, μετακαλώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
徴する
Παρόν (ευγενικό)
徴します
Άρνηση (απλή)
徴しない
Άρνηση (ευγενική)
徴しません
Παρελθόν (απλό)
徴した
Παρελθόν (ευγενικό)
徴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徴しませんでした
Τε-μορφή
徴して
Δυνητική
徴できる
Προστακτική
徴しろ
Βουλητική
徴しよう
Υποθετική (ば)
徴すれば