ちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρατολόγηση
  2. 02 στρατολόγηση, πρόσληψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
徴募する
Παρόν (ευγενικό)
徴募します
Άρνηση (απλή)
徴募しない
Άρνηση (ευγενική)
徴募しません
Παρελθόν (απλό)
徴募した
Παρελθόν (ευγενικό)
徴募しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徴募しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徴募しませんでした
Τε-μορφή
徴募して
Δυνητική
徴募できる
Προστακτική
徴募しろ
Βουλητική
徴募しよう
Υποθετική (ば)
徴募すれば