ちょうよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστράτευση, επίταξη, αναγκαστική εργασία, δέσμευση, απαλλοτρίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
徴用する
Παρόν (ευγενικό)
徴用します
Άρνηση (απλή)
徴用しない
Άρνηση (ευγενική)
徴用しません
Παρελθόν (απλό)
徴用した
Παρελθόν (ευγενικό)
徴用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
徴用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
徴用しませんでした
Τε-μορφή
徴用して
Δυνητική
徴用できる
Προστακτική
徴用しろ
Βουλητική
徴用しよう
Υποθετική (ば)
徴用すれば