徴税
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φοροεισπραξη, φορολογια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 徴税する
- Παρόν (ευγενικό)
- 徴税します
- Άρνηση (απλή)
- 徴税しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 徴税しません
- Παρελθόν (απλό)
- 徴税した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 徴税しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 徴税しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 徴税しませんでした
- Τε-μορφή
- 徴税して
- Δυνητική
- 徴税できる
- Προστακτική
- 徴税しろ
- Βουλητική
- 徴税しよう
- Υποθετική (ば)
- 徴税すれば
- Υποθετική (たら)
- 徴税したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 徴税したい
- Απαγορευτική (~な)
- 徴税するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 徴税しなさい
- Παθητική
- 徴税される
- Αιτιατική
- 徴税させる