心こころがける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω κατά νου, θυμάμαι, προσπαθώ, στοχεύω στο να κάνω, επιδιώκω

Παραδείγματα

  • いつも笑顔えがおを心がけこころがけます。

    Πάντα προσπαθώ να χαμογελάω.

  • 早寝早起きはやねはやおきを心がけるこころがけると、体調たいちょうがよくなります。

    Αν προσπαθείς να κοιμάσαι και να ξυπνάς νωρίς, η υγεία σου θα είναι καλύτερη.

  • 人ひとの意見いけんをよく聞きき、柔軟じゅうなんな考かんがえ方かたを心がけるこころがけることは、新あたらしい発見はっけんにつながります。

    Το να προσπαθείς να ακούς καλά τις απόψεις των άλλων και να έχεις μια ευέλικτη νοοτροπία οδηγεί σε νέες ανακαλύψεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
心がける
Παρόν (ευγενικό)
心がけます
Άρνηση (απλή)
心がけない
Άρνηση (ευγενική)
心がけません
Παρελθόν (απλό)
心がけた
Παρελθόν (ευγενικό)
心がけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心がけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心がけませんでした
Τε-μορφή
心がけて
Δυνητική
心がけられる
Προστακτική
心がけろ
Βουλητική
心がけよう
Υποθετική (ば)
心がければ