こころける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός μαλακώνει η καρδιά κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
心が溶ける
Παρόν (ευγενικό)
心が溶けます
Άρνηση (απλή)
心が溶けない
Άρνηση (ευγενική)
心が溶けません
Παρελθόν (απλό)
心が溶けた
Παρελθόν (ευγενικό)
心が溶けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心が溶けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心が溶けませんでした
Τε-μορφή
心が溶けて
Δυνητική
心が溶けられる
Προστακτική
心が溶けろ
Βουλητική
心が溶けよう
Υποθετική (ば)
心が溶ければ