こころかよ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υπάρχει αμοιβαία κατανόηση, έρχομαι σε επικοινωνία, αγγίζω συναισθηματικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
心が通う
Παρόν (ευγενικό)
心が通います
Άρνηση (απλή)
心が通わない
Άρνηση (ευγενική)
心が通いません
Παρελθόν (απλό)
心が通った
Παρελθόν (ευγενικό)
心が通いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心が通わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心が通いませんでした
Τε-μορφή
心が通って
Δυνητική
心が通える
Προστακτική
心が通え
Βουλητική
心が通おう
Υποθετική (ば)
心が通えば